Τα ξύλα




Αντάρα σκέπασε  τα  βουνά  γύρω απ' το χωριό.
Βράδυαζε.
Η βροχή  ολο και δυνάμωνε.
Ορεινή Θεσσαλία 1963.
 Μαζεύτηκαν γύρω από τη φωτιά  που σιγόσβηνε  γιατί  τα ξύλα τέλειωναν. 
  Τα τέσσερα μικρά  κούρνιασαν δίπλα της  να πάρουν λίγη ζέστη από το κορμί της, απ' τ' άγγιγμα της.

Νευριασμένη, απελπισμένη τά   βλεπε να τρέμουν .
 Δεν ηξερε γιατι αργούσε  να γυρίσει με τα ξύλα  από το λόγγο .
 Ειχε φυγει απ’ τ’ απόγευμα.
Πρόβαλλε  στην πόρτα  με άδεια χέρια και φοβισμένος.
 Δεν μ' άφησαν να τα ...πάρω ψέλισε...
 Τα έκοψα τα δεμάτιασα αλλα ήλθαν κατά πάνω μου και μου είπαν να τα αφήσω και να φυγω ...αλλιώς θα βρώ μπελά. Και έφυγα.
Τινάχτηκε επάνω.
Βρόντηξε από οργή ,έκλαιγε και έτρεχε  κατά το  λόγγο.
 Να τους προλάβει, να τους πάρει τα ξύλα , τα δικά τους ,  τα κομμένα και δεματιασμένα από τον άντρα της ,....το φοβισμένο.
Να τα φέρει ,να ζεστάνει τα μικρά της, τούτη τη δύσκολη νύχτα.
 Εκλαιγε  αλλα δεν καταλάβαινε οτι έκλαιγε,  νόμιζε ότι ηταν σταγόνες  της βροχής.
Ποιός νοιάζεται για κλάμματα τώρα και ποιος να σε λυπηθεί, σκέφθηκε.
Ολη η αγριότητα   του κόσμου εδώ μαζεμένη!!
 Σε τούτο το λόγγο.
 Να της φάνε το δίκιο της, να της πάρουν τα ξύλα  ,να παγώσουν  τα μικρά της.
Δεν καταλάβαινε   ουτε που πατούσε απ την οργή της.
Λάσπες , νερά και βρωμιές  γεμάτη η στράτα.
Ομως αυτή  τσαλαβουτούσε και έτρεχε.
 Να τους προλάβει πρίν τα ζαλώσουν και είναι αργά.
Τους ειδε μέσα στο σκοτάδι.
 Πάλευαν να τα φορτώσουν.
Ούρλιαξε  τα ξύλα είναι δικά μας και σαν λύκαινα όρμηξε και άδραξε τα δεμάτια.
Κοντοστάθηκαν, κάτι μουρμούρισαν. Σαν να πισωπάτησαν και λίγο. Είναι τρελλή, ψέλισσε ο ένας , άστην!!
Δεν γύρισε  καν  να τους κοιτάξει τα ζαλώθηκε  και γύρισε κι έφυγε.
Αυτοι την κοίταζαν χαμένοι. Πως τόκανε αυτό. Δεν φοβήθηκε τίποτα. Δύο άνδρες είμαστε και ο δικός της έφυγε φοβισμένος.
Ηταν μόνη .
 Δεν φοβόταν τίποτα.
Στο γυρισμό αφού ζύγωνε στο χωριό, λύγισε ,έγειρε φορτωμένη και κάθισε στην πέτρα .
Εβρεχε τώρα πολύ.
 Δεν την ένοιαζε .
 Εκλαιγε ,εκλαιγε ασταμάτητα.
ΜΝ




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου